εὐνοῦχοι

εὐνοῦχος
castrated person
masc nom/voc pl

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • Eunuchen für das Himmelreich — – Katholische Kirche und Sexualität ist ein Bestseller der Theologin Uta Ranke Heinemann über die Sexualmoral der römisch katholischen Kirche. Der Titel des Buches leitet sich von einem Vers im Matthäusevangelium (Mt 19,12 EU) ab, der in der… …   Deutsch Wikipedia

  • ευνουχισμός — Η εκτομή των γεννητικών οργάνων (όρχεις) του αρσενικού. Ο ε. προκαλεί εξαφάνιση των δευτερευόντων χαρακτήρων του φύλου αλλά και της σεξουαλικής παρόρμησης. Στα ζώα εκτροφής, ο ε. γίνεται για οικονομικούς λόγους, για να γίνονται δηλαδή πιο παχιά… …   Dictionary of Greek

  • CANTOR — I. CANTOR Graece Α᾿ιδὸς apud Homer. Od. γ. v. 265. Η῞δ᾿ ἤτοι το πρὶν μὲν ἀναίνετο ἔργον ἀεικὲς Δῖα Κλυταιμνήςτρη, φρεσὶ γὰρ κέχρητ᾿ ἀγαθῇτι, Παῤ γὰρ ἔην καὶ Αὀιδὸς ἀνὴρ, ᾧ πόλλ῾ ἐπέτελλεν Α᾿τρείδης, Τροὶηνδε κιὼν; εἴρυςθαι ἄκοιτιν, Α᾿λλ᾿ ὅτε δή… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • оканьныи — (439) пр. 1.Несчастный, жалкий, грешный: ѡ горе мнѣ грѣшному ѡканеному. Мин н. XII (сент. окт.), 250 об. (зап. XII); гл҃ааше бо въ д҃ши своѥи ока||ньнѣи. СкБГ XII, 12–13; азъ ѥсмь ѡканьныи грѣшьныи ст҃че б҃жии съгрѣшивъ мъного. ЧудН XII, 75в …   Словарь древнерусского языка (XI-XIV вв.)

  • αγαμία — Η κατάσταση του αγάμου. H α. καταδικάστηκε από τους αρχαίους νομοθέτες. Στην αρχαία Σπάρτη, ήταν παράπτωμα, και οι άγαμοι παραπέμπονταν σε δίκη. Η σχετική αγωγή λεγόταν αγαμίου γραφή,και υπήρχαν επίσης δίκες οψιγαμίου και κακογαμίου.Στους… …   Dictionary of Greek

  • απάρχομαι — ἀπάρχομαι (AM) 1. θυσιάζω πρώτος, κάνω την αρχή της θυσίας 2. προσφέρω, αφιερώνω 3. αρχίζω, κάνω την αρχή αρχ. 1. κόβω μέλος ή μέρος από κάτι 2. προσφέρω απαρχές 3. διαλέγω ή προσφέρω ό,τι καλύτερο υπάρχει 4. κάνω προανάκρουσμα με μουσικό όργανο… …   Dictionary of Greek

  • ευνουχίζω — και μουνουχίζω (ΑΜ εὐνουχίζω) [ευνούχος] αφαιρώ ή καταστρέφω τους γεννητικούς αδένες κάποιου, καθιστώ κάποιον ευνούχο, στειρώνω («εἰσὶν εὐνοῡχοι οἵτινες εὐνούχισαν ἑαυτοὺς διὰ τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανών», ΚΔ) αρχ. (μτφ. για τη γη) μεταβάλλω σε… …   Dictionary of Greek

  • πίστη — η / πίστις, εως, ΝΜΑ, ιων. τ. γεν. ιος, Α 1. η αφηρημένη έννοια τού πιστεύω, η παραδοχή ενός πράγματος ως αληθινού, εμπιστοσύνη 2. η υποκειμενική βεβαιότητα σχετικά με ένα πράγμα ή μια κατάσταση 3. η εμπορική υπόληψη, το να θεωρεί κανείς ότι… …   Dictionary of Greek

  • σπαθαροκουβικουλάριος — ο, ΝΜ (στο Βυζ.) συν. στον πληθ. οι σπαθαροκουβικουλάριοι ευνούχοι που έφεραν τον τίτλο τού σπαθαρίου και υπηρετούσαν στα διαμερίσματα τού παλατιού, όπου βρίσκονταν οι κοιτώνες τών αυτοκρατόρων. [ΕΤΥΜΟΛ. < σπαθάριος «τιμητικός τίτλος» +… …   Dictionary of Greek

  • χαρέμι — Τουρκική λέξη, που δηλώνει τον μωαμεθανικό γυναικωνίτη, τον ιδιαίτερο δηλαδή τόπο διαμονής των γυναικών και, συνεκδοχικά, το σύνολο των συζύγων ενός μουσουλμάνου. Η συνήθεια του περιορισμού των γυναικών μέσα σε χωριστό διαμέρισμα, από όπου… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.